ψαλίδισμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της κοπής με ψαλίδι ή άλλο κοφτερό εργαλείο, κατά την οποία αφαιρείται ή μειώνεται τμήμα από υλικό ή αντικείμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ψαλίδισμα των φυτών γίνεται την άνοιξη για να δυναμώσουν.
- Το ψαλίδισμα των μαλλιών χρειάζεται προσοχή για να πετύχει το σωστό σχήμα.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε ψαλίδισμα των δαπανών λόγω της κρίσης.
- Το ψαλίδισμα των επιδομάτων προκάλεσε αντιδράσεις στους εργαζομένους.
- Το συχνό ψαλίδισμα των νυχιών βοηθά στην υγιεινή των χεριών.