επίδομα
ουσιαστικό1. Τακτικό ή έκτακτο χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από το κράτος, εργοδότη ή άλλο φορέα σε άτομα ή νοικοκυριά για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών ή την ενίσχυση του εισοδήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται για έξι μήνες.
- Η μητέρα πήρε το επίδομα παιδιού για το νέο μωρό.
- Πέρυσι έλαβα το επίδομα θέρμανσης λόγω των υψηλών τιμών.
- Το επίδομα κινδύνου απονέμεται σε εργαζόμενους που δουλεύουν σε επικίνδυνες συνθήκες.
- Ο φοιτητής δικαιούται το επίδομα σπουδών επειδή έχει χαμηλό εισόδημα.