συνεισφορά
ουσιαστικό1. Πράξη ή ενέργεια παροχής πόρων, χρόνου, γνώσης ή εργασίας προς έναν κοινό σκοπό ή προς άλλο άτομο.
2. Ποσό, αγαθό ή υπηρεσία που παρέχεται για υποστήριξη, χρηματοδότηση ή κάλυψη αναγκών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεισφορά του στον φιλανθρωπικό οργανισμό ήταν σημαντική.
- Η συνεισφορά της στην ομάδα μας βελτίωσε το αποτέλεσμα.
- Η συνεισφορά του στην επιστήμη αναγνωρίστηκε με βραβείο.
- Η συνεισφορά που παρακρατείται από τους μισθούς καλύπτει την ασφάλιση.
- Η συνεισφορά σου στη συζήτηση ήταν πολύ εποικοδομητική.