επιδότηση

ουσιαστικό

1. Χρηματική παροχή από το κράτος, δημόσιους φορείς ή ιδιωτικούς οργανισμούς προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την κάλυψη μέρους εξόδων ή την ενίσχυση εισοδήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα επιδότηση για τους αγρότες.
  • Λάβαμε επιδότηση για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στο σπίτι μας.
  • Η επιδότηση της θέρμανσης θα δοθεί σε ευάλωτα νοικοκυριά.
  • Το πρόγραμμα παρέχει επιδότηση επιτοκίου για τα στεγαστικά δάνεια.
  • Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε με επιδότηση από ευρωπαϊκά κονδύλια.