απογύμνωση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της αφαίρεσης καλύμματος, ρουχισμού ή προστατευτικού στρώματος από κάτι, με συνέπεια αυτό να μείνει γυμνό ή εκτεθειμένο.

Συνώνυμα

ξεγύμνωμα γδύσιμο εκδύση αποψίλωση αποφλοίωση αποξήλωση αποκάλυψη ξεβράκωμα εκδυσμός γυμνότητα αφαίρεση γδάρσιμο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απογύμνωση των ρούχων του έγινε γρήγορα.
  • Η απογύμνωση του δέρματος απαιτεί άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Η απογύμνωση του εδάφους λόγω παράνομης υλοτόμησης οδήγησε σε πλημμύρες.
  • Η απογύμνωση του κορμού έκανε το δέντρο αδύναμο και επιρρεπές σε ασθένειες.
  • Η απογύμνωση των δημόσιων δομών από πόρους υπονόμευσε την τοπική αυτοδιοίκηση.