κλειδώνω
ρήμα1. Κλείνω ή ασφαλίζω κάτι με κλειδί ή μηχανισμό ώστε να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς άδεια.
2. Περιορίζω ή απομονώνω την πρόσβαση σε χώρο, αντικείμενο ή πληροφορία, εμποδίζοντας άλλους να εισέλθουν ή να χρησιμοποιήσουν.
Συνώνυμα
κλειδαμπαρώνω λουκετάρω αμπαρώνω μπαρώνω ασφαλίζω μπλοκάρω σιγουρεύω φυλάω καθορίζω κουμπώνω στερεώνω εδραιώνω κατοχυρώνω οριστικοποιώ σφραγίζω εξασφαλίζω φυλακίζω κλείνω θωρακίζω απομονώνω αποφασίζω επιβεβαιώνω αποκλείω δεσμεύομαι εγκλωβίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ κλειδώνω την πόρτα.
- Πριν φύγω από το σπίτι, κλειδώνω όλα τα παράθυρα.
- Πάντα κλειδώνω το κινητό όταν μπαίνω σε αίθουσα εξετάσεων.
- Όταν δουλεύω σε δημόσιο υπολογιστή, κλειδώνω τη συνεδρία πριν σηκωθώ.
- Όταν πληγώνομαι, κλειδώνω συναισθηματικά.
- Για επιπλέον ασφάλεια, κλειδώνω την πρόσβαση στον λογαριασμό μου με κωδικό.