προσκαλώ

ρήμα

1. Ζητώ από κάποιον να έρθει ή να παρευρεθεί σε εκδήλωση, συνάντηση ή χώρο, είτε προφορικά είτε γραπτά.

2. Ζητώ ή προτρέπω κάποιον να συμμετάσχει, να λάβει μέρος ή να αναλάβει συγκεκριμένη ενέργεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σας προσκαλώ στην τελετή αποφοίτησής μου την επόμενη Παρασκευή.
  • Σε προσκαλώ να έρθεις για καφέ το Σάββατο.
  • Σας προσκαλώ να συμμετάσχετε στη συζήτηση και να μοιραστείτε τις ιδέες σας.
  • Με την αμέλειά μου προσκαλώ προβλήματα.
  • Σας προσκαλώ να αναλάβετε τον ρόλο του υπεύθυνου έργου.