συμπίπτω

ρήμα

1. Να πραγματοποιείται την ίδια χρονική στιγμή ή να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με κάποιο άλλο γεγονός, πρόσωπο ή πράγμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσπαθώ να μην συμπίπτω με άλλες υποχρεώσεις.
  • Η συναυλία συμπίπτει με την επέτειο της πόλης.
  • Οι απόψεις μας συμπίπτουν σε πολλά θέματα.
  • Οι διακοπές τους συμπίπτουν με τις δικές μας, οπότε θα πάμε μαζί.
  • Το ραντεβού μου συμπίπτει με την προθεσμία υποβολής της εργασίας.