συμφωνία
ουσιαστικό1. Γραπτή ή προφορική συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή φορέων που καθορίζει κοινά αποδεκτούς όρους, υποχρεώσεις και δεσμεύσεις.
2. Κατάσταση συναίνεσης ή συμβατότητας απόψεων, επιθυμιών ή σκοπών μεταξύ ατόμων ή ομάδων.
Συνώνυμα
συμφωνητικό σύμφωνο σύμβαση συμβόλαιο συμφώνηση αρμονία σύμπνοια ντιλ σύγκλιση συνεννόηση συναίνεση συνθήκη διακανονισμός συνδιαλλαγή ομοφωνία ομόνοια συγκατάθεση καρτέλ συναλλαγή ανακωχή διευθέτηση συμφιλίωση ταύτιση εναρμόνιση ευρυθμία μνημόνιο μπίζνα ομοψυχία συμβατότητα ρύθμιση συμβιβασμός προσφορά ειρήνη συμμαχία παρτίδα διαπραγμάτευση δέσμευση μουσική αγοραπωλησία εκεχειρία ενότητα ομοιότητα ρήτρα συμμετρία συμπόρευση
Αντώνυμα
διαφωνία ασυμφωνία διχογνωμία κόντρα διάσταση καυγάς έρις αμφισβήτηση αναμέτρηση αντίλογος αντιπαράθεση απόκλιση διένεξη διαμαρτυρία συμπλοκή τσακωμός ένσταση αναντιστοιχία αντίκρουση αντίφαση αντιδικία αντιλογία διαξιφισμός διαπληκτισμός εναντίωση παραφωνία τριβή αντίθεση διαμάχη σύγκρουση αντίρρηση διχόνοια απειλή παρεξήγηση διαγωνισμός πάλη απαίτηση ρόπαλο συζήτηση μονομαχία επιχείρημα αντιπαλότητα γκρίνια δυσαρέσκεια παρανόηση ρήγμα ρήξη συναγωνισμός σύρραξη αγωγή αντιδιαστολή ασυνεννοησία διχασμός καβγάς μάλωμα ασυμβατότητα διαφορά έριδα εχθρότητα αντίδραση παράσταση ανταγωνισμός απόρριψη σχίσμα χάσμα έχθρα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπογράψαμε τη συμφωνία χθες και η συνεργασία ξεκινά άμεσα.
- Οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.
- Δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής.
- Η συμφωνία της ορχήστρας στο τέλος του έργου συγκίνησε το κοινό.
- Οι ενέργειές μας έγιναν σε συμφωνία με τους όρους του συμβολαίου.