αποκλείω

ρήμα

1. Εμποδίζω την πρόσβαση ή τη συμμετοχή κάποιου ή κάποιου πράγματος σε χώρο, διαδικασία ή δραστηριότητα.

2. Θεωρώ ή καθιστώ αδύνατη μια πιθανότητα, εκδοχή ή υπόθεση, ώστε να μην λαμβάνεται υπόψη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να έρθω αύριο.
  • Η κατολίσθηση αποκλείει τον επαρχιακό δρόμο και εμποδίζει την κυκλοφορία.
  • Ο προπονητής αποκλείει τον παίκτη από την αποστολή λόγω τραυματισμού.
  • Οι διαχειριστές αποκλείουν προσωρινά τους λογαριασμούς μετά την ανίχνευση ασυνήθιστης δραστηριότητας.
  • Αποκλείω κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας με εταιρείες που παραβιάζουν τους κανόνες.