ήπιος

επίθετο

1. Που έχει μικρή ή μέτρια ένταση ή δραστηριότητα, με ήπιες και σταδιακές εκδηλώσεις.

2. Που χαρακτηρίζει πρόσωπο με ηρεμία και μετριοπάθεια στη συμπεριφορά και στις αντιδράσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ήπιος καιρός ευνοεί τις απογευματινές βόλτες.
  • Είναι πολύ ήπιος άνθρωπος και σπάνια θυμώνει.
  • Ο πόνος ήταν ήπιος, οπότε δεν χρειάστηκε φάρμακο.
  • Η σάλτσα έχει ήπια γεύση και αρέσει στα παιδιά.
  • Προτιμώ μια ήπια προσέγγιση στις συζητήσεις για ευαίσθητα θέματα.