ηχηρός

επίθετο

1. Που παράγει δυνατό, έντονα αισθητό ήχο, ο οποίος ακούγεται καθαρά.

2. Που έχει ικανότητα να αντηχεί ή να διαχέει τον ήχο στον χώρο, δίνοντας αίσθηση βάθους ή πλούτου στον ήχο.

Συνώνυμα

ηχηρότατος εκκωφαντικός βροντερός δυνατός θορυβώδης φωναχτός αντηχητικός ηχητικός έντονος διαπεραστικός παταγώδης θριαμβευτικός σημαντικός εντυπωσιακός τρανταχτός χτυπητός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ηχηρός κρότος από το παλιό όπλο τρόμαξε τους περαστικούς.
  • Η ομάδα πέτυχε μια ηχηρή νίκη που ενθουσίασε τους οπαδούς.
  • Η απόφαση προκάλεσε ηχηρές αντιδράσεις στο κοινοβούλιο.
  • Η σοπράνο έχει ηχηρή φωνή που συγκίνησε το κοινό.
  • Η ομιλία του ήταν ένα ηχηρό μήνυμα υπέρ της αλλαγής.