θανατηφόρος
επίθετοΠου προκαλεί θάνατο ή έχει την ικανότητα να προκαλέσει θάνατο.
Συνώνυμα
θανάσιμος φονικός φονερός θανατερός θανατικός ανθρωποκτόνος δολοφονικός μοιραίος ολέθριος εξοντωτικός αποδεκατιστικός καταστροφικός επικίνδυνος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιός αποδείχτηκε θανατηφόρος για πολλούς ηλικιωμένους.
- Μια θανατηφόρα δόση του φαρμάκου προκάλεσε υπερδοσολογία.
- Το θανατηφόρο ατύχημα συνέβη στον αυτοκινητόδρομο το πρωί.
- Τα θανατηφόρα αέρια διείσδυσαν σε όλο το εργοστάσιο.
- Το βλέμμα της ήταν θανατηφόρο, κανείς δεν τόλμησε να την προκαλέσει.