συγκρατημένος
επίθετο1. Που ελέγχει ή περιορίζει την έκφραση συναισθημάτων, εντυπώσεων ή παρορμήσεων, χωρίς υπερβολές.
2. Που ενεργεί ή εκφράζεται με μέτρο και επιφύλαξη, αποφεύγοντας την επιδεικτικότητα ή την υπερβολή.
Συνώνυμα
μετρημένος επιφυλακτικός διακριτικός ψύχραιμος ελεγχόμενος εγκρατής συνετός ήπιος μετριοπαθής λιτός μετριόφρων νηφάλιος συνεσταλμένος συντηρητικός ήρεμος ντροπαλός σοβαρός διακριτικό ηρεμικός ισορροπημένος μυστικοπαθής σφιγμένος μαζεμένος σεμνός κλειστός ήσυχος μειλίχιος αξιοπρεπής ατάραχος εσωστρεφής περιορισμένος σιγανός συγκροτημένος ταπεινός ψυχρός οικονομικός σιωπηλός ήμερος αμίλητος προσγειωμένος συγκεντρωμένος συλλογισμένος φειδωλός χαμηλόφωνος
Αντώνυμα
εκδηλωτικός παρορμητικός ορμητικός ακραίος ασυγκράτητος γλεντζές διαχυτικός επιδεικτικός μανιακός υστερικός ανοιχτός υπερβολικός εκρηκτικός προκλητικός απερίσκεπτος έντονος άμεσος ενθουσιώδης θρασύς δυναμικός βίαιος έξαλλος αγριεμένος αδίστακτος αδιάκριτος αισθησιακός αναίσχυντος ανατρεπτικός ανεξέλεγκτος κραυγαλέος ομιλητικός παιχνιδιάρης πανικόβλητος πομπώδης φανταχτερός επιθετικός ζωηρός θορυβώδης ξεδιάντροπος αισιόδοξος αλαζόνας ασεβής ερωτικός ανοικτός απροκάλυπτος ενεργητικός επαναστατικός σκανδαλώδης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής παρέμεινε συγκρατημένος όταν τον ρωτήσαμε για τα σχέδια της εταιρείας.
- Παρά τα καλά νέα, η αντίδρασή της ήταν συγκρατημένη.
- Οι προτάσεις έλαβαν συγκρατημένη αποδοχή από το κοινό.
- Διατήρησαν έναν συγκρατημένο διάκοσμο στο σπίτι, χωρίς υπερβολές.
- Ο προϋπολογισμός παραμένει συγκρατημένος λόγω των οικονομικών αβεβαιοτήτων.