ανυπόφορος
επίθετο1. Που προκαλεί τόσο έντονη σωματική ή ψυχική ενόχληση ή πόνο, ώστε να δυσκολεύει ή να καθιστά αδύνατη την αντοχή.
2. Που, λόγω συμπεριφοράς, χαρακτήρα ή παρουσίας, κάνει τη συνύπαρξη ή την αλληλεπίδραση ιδιαίτερα δύσκολη ή επώδυνη για τους άλλους.
Συνώνυμα
αφόρητος αβάσταχτος δυσβάσταχτος βασανιστικός εκνευριστικός ενοχλητικός εξουθενωτικός εξαντλητικός εξοντωτικός κουραστικός οδυνηρός αντιπαθής σπαστικός απαίσιος φρικτός σιχαρός αηδιαστικός απεχθής μισητός τρομερός εφιαλτικός αντιπαθητικός δυσάρεστος απαράδεκτος δύστροπος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πόνος ήταν ανυπόφορος, ο ασθενής πήγε αμέσως στο νοσοκομείο.
- Η ανυπόφορη ζέστη δεν μας άφηνε να εργαστούμε το μεσημέρι.
- Η συμπεριφορά του γείτονα έγινε ανυπόφορη για όλη την πολυκατοικία.
- Ο θόρυβος από την οικοδομή ήταν ανυπόφορος όλο το πρωί.
- Το βάρος των ευθυνών του έγινε πια ανυπόφορο.
- Οι ανυπόφοροι καυγάδες ανάμεσα στους συναδέλφους χάλασαν το κλίμα του γραφείου.