ήπια
επίθετο1. Που έχει μικρή ένταση ή σφοδρότητα, με περιορισμένες επιπτώσεις ή χωρίς να προκαλεί σοβαρές αντιδράσεις.
2. Που χαρακτηρίζει συμπεριφορά ή χαρακτήρα με έλλειψη βίας, σκληρότητας ή υπερβολής, επιδεικνύοντας μέτρο και σεβασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ήπια άνοιξη φέρνει λουλούδια νωρίς.
- Η ήπια γεύση της σάλτσας ταίριαζε στο ψάρι.
- Χτες το βράδυ ήπια ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
- Η ήπια αντίδραση του κοινού απέτρεψε την κλιμάκωση.
- Ο γιατρός είπε πως τα συμπτώματα ήταν ήπια και δεν απαιτούσαν νοσηλεία.