ήσυχος

επίθετο

1. Που παράγει ή χαρακτηρίζεται από μικρή ένταση ήχων ή φωνής.

2. Που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ή γαλήνης, χωρίς αναστάτωση ή θόρυβο.

3. Που εμφανίζει ή εκφράζει συγκρατημένη, ήρεμη συμπεριφορά, χωρίς ανησυχία ή ένταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φίλος μου είναι ήσυχος και δεν μιλάει πολύ.
  • Η γειτονιά μας είναι ήσυχη τα βράδια.
  • Η δασκάλα ζήτησε από τους μαθητές να μείνουν ήσυχοι.
  • Άφησέ τον ήσυχο, περνάει δύσκολα.
  • Μετά τη φασαρία, το σπίτι έγινε ήσυχο.