επιτακτικός
επίθετο1. Που εκφράζει ή επιβάλλει εντολή ή απαίτηση, επιζητώντας άμεση συμμόρφωση.
2. Που απαιτεί άμεση προσοχή ή ενέργεια λόγω επείγοντος χαρακτήρα.
3. Που ασκεί έντονη πίεση ή ανάγκη για δράση, περιορίζοντας την δυνατότητα καθυστέρησης.
Συνώνυμα
επείγων πιεστικός υποχρεωτικός απαραίτητος αναγκαίος αναγκατικός επιβεβλημένος δεσμευτικός καταναγκαστικός έκτακτος απαιτητικός ζωτικός επικουρικός αγωνιώδης κατηγορηματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιτακτικός χαρακτήρας του προβλήματος απαιτεί άμεση παρέμβαση.
- Ο επιτακτικός τόνος του διευθυντή δεν άφησε περιθώρια συζήτησης.
- Ο επιτακτικός ρυθμός των εξελίξεων ανάγκασε την κυβέρνηση να δράσει.
- Ο επιτακτικός τύπος του ρήματος χρησιμοποιείται για να δηλώσει εντολές.
- Ο επιτακτικός λόγος του επιστήμονα κατέστησε σαφές ότι απαιτείται αλλαγή πολιτικής.