σπαστικός
άλλο1. Που προκαλεί ή χαρακτηρίζεται από έντονο σπασμό, δυσκαμψία ή δυσκολία στον έλεγχο των κινήσεων.
2. Που εκδηλώνεται με υπερβολική ένταση, νευρικότητα ή δυσχέρεια στη συμπεριφορά ή στην επικοινωνία.
Συνώνυμα
σπασμωδικός σπασμικός εκνευριστικός ενοχλητικός σπασαρχίδης φορτικός ανυπόφορος νευρικός δύστροπος εριστικός δυσάρεστος κουραστικός γραφικός ζόρικος γκρινιάρης αγχώδης απαιτητικός ψυχαναγκαστικός άβολος αντιπαθητικός απεχθής επώδυνος προσβλητικός
Αντώνυμα
ευχάριστος ήρεμος χαλαρός υποτονικός ανεκτικός φιλικός συνεργάσιμος ευγενικός ήπιος συμπαθητικός ανακουφιστικός υπομονετικός συμπαθής ψύχραιμος καλοσυνάτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός μίλησε για σπαστικός παράλυση που απαιτεί ειδική θεραπεία.
- Το παιδί παρακολουθείται από σπαστικός νευρολόγο.
- Η συμπεριφορά του ήταν πολύ σπαστικός και δυσκόλευε τη δουλειά της ομάδας.
- Μετά το ατύχημα εμφάνισε σπαστικός σύσπαση στους μύες.
- Χρησιμοποίησε τη λέξη «σπαστικός» με προσβλητικό τρόπο, κάτι που δεν είναι σωστό.