συγκαταβατικός
επίθετοΠου δείχνει επιείκεια ή ευνοϊκή στάση με τρόπο που μπορεί να φαίνεται υπερβολικά υποχωρητικός ή πατερναλιστικός.
Συνώνυμα
υποχωρητικός επιεικής κατανόητικός παραχωρητικός ήπιος ανεκτικός δεκτικός διαλλακτικός συγχωρητικός συμβιβαστικός συναινετικός αμυντικός ευγενικός χαμερπής ελαστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δάσκαλος ήταν συγκαταβατικός με τους μαθητές και τους εξηγούσε τα λάθη τους με ηρεμία.
- Μου μίλησε με πολύ συγκαταβατικό ύφος, λες και δεν μπορούσα να καταλάβω μόνος μου.
- Παρότι διαφώνησε, κράτησε συγκαταβατική στάση για να μη δημιουργηθεί ένταση.
- Δεν μου αρέσει όταν κάποιος είναι συγκαταβατικός, γιατί φαίνεται σαν να με υποτιμά.
- Η προϊσταμένη ήταν πιο συγκαταβατική από ό,τι περίμενα και δέχτηκε την εξήγησή του.