ανεκτός
επίθετο1. Που μπορεί να αντέχεται ή να υποφέρεται χωρίς σοβαρή ενόχληση, πόνο ή βλάβη.
2. Που, όσον αφορά ποιότητα, συμπεριφορά ή κατάσταση, κρίνεται επαρκής ή επιτρεπτός μέσα στα δεδομένα ή τα κοινωνικά πρότυπα.
Συνώνυμα
αποδεκτός υποφερτός ικανοποιητικός επιτρεπτός θεμιτός συγχωρητός διαχειρίσιμος παραδεκτός εντάξει κομπλέ μέτριος βιώσιμος ήπιος ευπρόσδεκτος δεκτός
Αντώνυμα
απαράδεκτος ανυπόφορος ασυγχώρητος ανεπίτρεπτος δυσβάσταχτος αβάστακτος απαίσιος κακός χάλια ανεπιθύμητος οδυνηρός ανήκουστος εξοντωτικός απωθητικός τραγικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θόρυβος ήταν ανεκτός.
- Η συμπεριφορά του ήταν ακόμα ανεκτή από τους συναδέλφους.
- Το κόστος της επισκευής θεωρήθηκε ανεκτό.
- Οι παρενέργειες του φαρμάκου ήταν ανεκτές.
- Οι όροι της συμφωνίας έγιναν ανεκτοί από όλα τα μέρη.