χτυπητός

επίθετο

Που ξεχωρίζει έντονα στην εμφάνιση, στο χρώμα ή στα χαρακτηριστικά του, ώστε να τραβά εύκολα την προσοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χρώμα του φορέματος είναι πολύ χτυπητό και τραβάει αμέσως το βλέμμα.
  • Ένας χτυπητός τίτλος στην εφημερίδα έκανε όλους να σταματήσουν και να διαβάσουν.
  • Το λογότυπο έχει γίνει πιο χτυπητό μετά την αλλαγή του σχεδιασμού.
  • Φορούσε μια χτυπητή μπλούζα που ξεχώριζε από μακριά.
  • Η διαφορά στα δύο κείμενα είναι χτυπητή και φαίνεται με την πρώτη ματιά.