μηχανισμός
ουσιαστικό1. Συσκευή ή διάταξη από κινούμενα ή σταθερά μέρη που μετατρέπει, μεταδίδει ή ελέγχει κίνηση και δύναμη για να εκτελέσει συγκεκριμένο έργο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μηχανισμός της πόρτας χρειάζεται λίπανση.
- Ο μηχανισμός της πέδησης στο αυτοκίνητο λειτουργεί σωστά.
- Ο μηχανισμός της αφομοίωσης των θρεπτικών ουσιών είναι πολύπλοκος.
- Όταν αγχώνεται, ενεργοποιείται ο αμυντικός μηχανισμός του.
- Υπάρχει ένας μηχανισμός για την κατανομή των πόρων στο τμήμα.