καθοδήγηση
ουσιαστικό1. Δράση ή διαδικασία παροχής πληροφοριών, συμβουλών και σαφών κατευθύνσεων προς άτομα ή ομάδες με σκοπό τη διευκόλυνση της εκμάθησης, της λήψης αποφάσεων ή της σωστής εκτέλεσης μιας εργασίας.
Συνώνυμα
οδηγία κατεύθυνση διεύθυνση ηγεσία συμβουλή συμβουλευτική προσανατολισμός υπόδειξη συντονισμός επίβλεψη επιτήρηση επιμέλεια μέντορινγκ αρχηγία παραίνεση εντολή οδήγηση ξενάγηση οδηγός υποστήριξη εκπαίδευση πληροφόρηση διαχείριση διδασκαλία επιρροή διαταγή διοίκηση τιμόνι κουμάντο εποπτεία πλοήγηση πρόσταγμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καθοδήγηση του καθηγητή βοήθησε τους μαθητές να ολοκληρώσουν το έργο.
- Χρειαζόμαστε καθοδήγηση για να κατανοήσουμε τις νέες διαδικασίες.
- Υπό την καθοδήγηση του προπονητή, η ομάδα βελτίωσε την απόδοσή της.
- Το GPS παρείχε καθοδήγηση στην πορεία προς το ξενοδοχείο.
- Στην εταιρεία παρέχεται καθοδήγηση και υποστήριξη στους νέους υπαλλήλους.