πλάνο
ουσιαστικό1. Σειρά προγραμματισμένων ενεργειών και οδηγιών με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, συνήθως με καθορισμένο χρόνο και μέσα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλάνο της ομάδας για την ανάπτυξη είναι λεπτομερές και σαφές.
- Στο τελευταίο πλάνο της ταινίας η κάμερα μένει καρφωμένη στο πρόσωπο της ηρωίδας.
- Το πλάνο του διαμερίσματός μας δείχνει δύο υπνοδωμάτια και έναν μεγάλο φωτεινό χώρο.
- Έχεις το πλάνο του ταξιδιού ή πρέπει να το οργανώσουμε από την αρχή;
- Αν αποτύχει το αρχικό σχέδιο, θα εφαρμόσουμε το πλάνο Β.
- Ο σκηνοθέτης ζήτησε ένα μακρύ πλάνο χωρίς κόψιμο για τη σκηνή της συζήτησης.