μορφή
ουσιαστικό1. Εξωτερικός χαρακτήρας και περίγραμμα ενός αντικειμένου ή σώματος που καθορίζουν την εμφάνισή του στον παρατηρητή.
2. Τρόπος διάρθρωσης και οργάνωσης των μερών ενός συνόλου που προσδιορίζει τη λειτουργία ή την εσωτερική του δομή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μορφή του αγάλματος είναι αρμονική.
- Μετά τη διόρθωση, η πρόταση πήρε άλλη μορφή.
- Στείλε το αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή.
- Η μορφή του ρήματος αλλάζει ανάλογα με τον χρόνο και τον αριθμό.
- Στην έκθεση παρουσιάζονται ποικίλες μορφές τέχνης.