ακαδημία
ουσιαστικό1. Ιδιωτικό ή δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτατου ή εξειδικευμένου επιπέδου που παρέχει διδασκαλία, έρευνα και κατάρτιση σε συγκεκριμένους επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς ή επαγγελματικούς κλάδους.
Συνώνυμα
σχολή ίδρυμα ινστιτούτο κολέγιο εκπαιδευτήριο πανεπιστήμιο σχολείο ωδείο εργαστήριο προπονητήριο οργανισμός σύλλογος σύνδεσμος σωματείο λεσχή ομάδα συντεχνία εκπαίδευση μαγαζί κολλέγιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακαδημία προσφέρει προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών.
- Ο γιος μου προπονείται στην ακαδημία ποδοσφαίρου κάθε απόγευμα.
- Εγγράφηκε στην ακαδημία Καλών Τεχνών για να σπουδάσει ζωγραφική.
- Η ακαδημία των επιστημών διοργάνωσε συνέδριο για την κλιματική αλλαγή.
- Η παλιά ακαδημία του Πλάτωνα ήταν κέντρο φιλοσοφικής διδασκαλίας.