πολιτεία
ουσιαστικό1. Συλλογική πολιτική οντότητα ανθρώπων που κατοικούν σε καθορισμένη γεωγραφική έκταση και οργανώνουν τη δημόσια ζωή τους μέσω κοινών θεσμών, νόμων και οργάνων διοίκησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πολιτεία αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τα δημόσια νοσοκομεία.
- Ζουν στην πολιτεία της Νέας Υόρκης πολλά διαφορετικά πολιτισμικά σύνολα.
- Στην αρχαία Ελλάδα κάθε πολιτεία είχε δικό της πολίτευμα και νόμους.
- Η έννοια της πολιτείας περιλαμβάνει τους θεσμούς και τα δικαιώματα των πολιτών.
- Οι πολιτείες της περιφέρειας συνεργάζονται για κοινά έργα υποδομής.