πλαίσιο
ουσιαστικό1. Δομή ή περίγραμμα από υλικά που περιβάλλει, στηρίζει ή συγκρατεί ένα αντικείμενο, προσδίδοντας σχήμα και σταθερότητα.
2. Περιφέρεια ή όριο που καθορίζει και διαχωρίζει τα όρια μιας επιφάνειας, εικόνας ή χώρου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλαίσιο του πίνακα ήταν ξύλινο.
- Στο πλαίσιο της συζήτησης αναφέρθηκαν πολλά παραδείγματα.
- Το νέο πρόγραμμα λειτουργεί μέσα σε ένα σαφές πλαίσιο κανόνων.
- Το πλαίσιο του προϋπολογισμού καθορίζει τα όρια των δαπανών.
- Το πλαίσιο της έρευνας περιλαμβάνει τις θεωρητικές υποθέσεις και τις μεθόδους.