στοίβα
ουσιαστικό1. Σώρος ή συσσωρευμένο σύνολο αντικειμένων τοποθετημένων το ένα πάνω στο άλλο.
2. Δομή δεδομένων στην πληροφορική όπου η πρόσβαση γίνεται από την κορυφή, σύμφωνα με τη σειρά τελευταίου μέσα, πρώτου έξω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο γραφείο υπήρχε μια μεγάλη στοίβα από χαρτιά.
- Άφησε τη στοίβα των βιβλίων δίπλα στο γραφείο.
- Η γιαγιά μάζεψε τη στοίβα με τα πλυμένα ρούχα.
- Στην αποθήκη είδαμε πολλές στοίβες από κουτιά.
- Η στοίβα των αποδείξεων ήταν τόσο ψηλή που έπεσε.