συνεργασία

ουσιαστικό

1. Κοινή δράση ή εργασία δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ομάδων ή οργανισμών με σκοπό την επίτευξη κοινού στόχου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνεργασία μεταξύ των τμημάτων ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση του έργου.
  • Η συνεργασία με την τοπική επιχείρηση οδήγησε σε νέα προϊόντα.
  • Οι δύο πανεπιστημιακοί ξεκίνησαν μια συνεργασία για έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη.
  • Η συνεργασία των κατοίκων βοήθησε στην αποκατάσταση του δημοτικού πάρκου.
  • Η συνεργασία θα καθορίζεται από τους όρους της σύμβασης.
  • Η συνεργασία του υπόπτου με τις αρχές μείωσε την ποινή.