συνασπισμός
ουσιαστικό1. Οργανωμένη ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ομάδων, οργανισμών ή κρατών που συνεργάζονται για την επίτευξη κοινών στόχων ή συμφερόντων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνασπισμός των κομμάτων κατέθεσε κοινό πρόγραμμα.
- Ο συνασπισμός κρατών ανακοίνωσε κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
- Ο συνασπισμός μη κυβερνητικών οργανώσεων οργάνωσε εκστρατεία ενημέρωσης.
- Ο συνασπισμός εταιρειών επένδυσε στην καινοτομία για να προσελκύσει επενδυτές.
- Ο συνασπισμός ιδεών και πόρων βοήθησε στην υλοποίηση του έργου.