διαίρεση

ουσιαστικό

1. Μαθηματική πράξη που χωρίζει έναν αριθμό ή ένα σύνολο σε ίσα ή άνισα μέρη και προσδιορίζει πόσες φορές περιέχεται ο διαιρέτης στον διαιρετέο.

2. Διαδικασία ή αποτέλεσμα του χωρισμού ενός όλου σε μέρη για κατανομή, οργάνωση ή ανάλυση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαίρεση του 12 με το 4 δίνει 3.
  • Η διαίρεση της εταιρείας σε δύο τμήματα ανακοινώθηκε χθες.
  • Η διαίρεση του κυττάρου συμβαίνει κατά τη μίτωση.
  • Η διαίρεση στην κοινωνία έγινε πιο έντονη μετά τις εκλογές.
  • Η διαίρεση του στρατού σε επιμέρους μονάδες διευκόλυνε την επιχείρηση.