συστοιχία
ουσιαστικό1. Σύνολο αντικειμένων, στοιχείων ή μονάδων που είναι τοποθετημένα κοντά ή σε σειρά ως ενιαία διάταξη.
2. Ομάδα όμοιων ή συγγενικών πραγμάτων που λειτουργούν ή εξετάζονται μαζί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συστοιχία των δέντρων σκίαζε τον δρόμο.
- Η νέα συστοιχία πυραύλων τοποθετήθηκε σε ασφαλή απόσταση.
- Ο υπολογιστής διαθέτει μια συστοιχία από σκληρούς δίσκους για αποθήκευση δεδομένων.
- Στον ορίζοντα φαινόταν μια συστοιχία ανεμογεννητριών.
- Η συστοιχία των καθισμάτων στην αίθουσα ήταν άνετη.