κατακερματισμός

άλλο

Διαδικασία κατά την οποία ένα σύνολο, σώμα ή σύστημα σπάει σε μικρότερα, ασύνδετα ή λιγότερο ενιαία μέρη.

Συνώνυμα

κατάτμηση διάσπαση θρυμματισμός τεμαχισμός τμηματοποίηση διαίρεση διαχωρισμός διαμερισμός κλασματοποίηση διαμέριση διαμελισμός διασπορά αποσύνθεση θραύση σπάσιμο σχίσμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κατακερματισμός του σκληρού δίσκου επιβραδύνει την ανάγνωση και εγγραφή αρχείων.
  • Ο κατακερματισμός με αλγόριθμους hash χρησιμοποιείται για γρήγορη αναζήτηση και ευρετηρίαση δεδομένων.
  • Ο κατακερματισμός της μνήμης σε ένα πρόγραμμα μπορεί να μειώσει την αποδοτικότητα και να αυξήσει τη χρήση πόρων.
  • Ο κατακερματισμός της κοινωνίας εντείνει τις πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις.
  • Ο κατακερματισμός των βράχων στο φαράγγι οφείλεται στις επαναλαμβανόμενες διαδικασίες παγετώματος και απόψυξης.