διασκορπισμός

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκορπίσματος στοιχείων, αντικειμένων, ανθρώπων ή ενέργειας, με κατανομή τους σε μη συγκεντρωμένη μορφή σε ευρύ ή εκτεταμένο χώρο.

Συνώνυμα

διασπορά σκόρπισμα σκόρπιση διασκόρπιση διάχυση διάσπαση εξάπλωση αποσυγκέντρωση σπορά σπαρμός άπλωμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διασκορπισμός των φύλλων στο πάρκο προκλήθηκε από τον δυνατό άνεμο.
  • Ο διασκορπισμός του πλήθους μετά την ομιλία έγινε γρήγορα και ήρεμα.
  • Στη μελέτη, ο διασκορπισμός των δεδομένων υπολογίστηκε με την τυπική απόκλιση.
  • Ο διασκορπισμός του φωτός στην ατμόσφαιρα εξηγεί το χρώμα του ουρανού.
  • Ο διασκορπισμός των ιδεών ανάμεσα στους νέους οδήγησε σε καινοτόμες λύσεις.