ολότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να είναι πλήρες, ολοκληρωμένο και αδιαίρετο ως σύνολο, χωρίς έλλειψη στοιχείων που να αλλοιώνουν την ενότητα.
2. Σύνολο ή οντότητα αποτελούμενη από μέρη που συνθέτουν λειτουργικά ή εννοιολογικά ένα ενιαίο όλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μέρος μερικότητα αποσπασματικότητα κατακερματισμός μέρισμα μερίδα πτυχή συνιστώσα συστατικό τομή υπόλειμμα φέτα μοίρα μονάδα φάση υπόλοιπο δείγμα τμήμα ποσοστό στοιχείο απόσπασμα κατάλοιπο υπολείμματα υπομονάδα διαίρεση διάσπαση θραύσμα κλάσμα εξάρτημα κεφάλαια κλάδος τεμάχιο σημείο κομμάτι λεπτομέρεια τομέας δόση μερίδιο απομεινάρι γρατζουνιά ασυνέχεια ψήγμα κεφάλαιο πληγή ειδικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ολότητα των στοιχείων δείχνει ότι η μελέτη είναι αξιόπιστη.
- Η θεραπεία αντιμετωπίζει τον ασθενή ως ολότητα, όχι μόνο τα συμπτώματά του.
- Η εδαφική ολότητα του κράτους πρέπει να διασφαλίζεται.
- Στην τέχνη, η ολότητα ενός έργου αντικατοπτρίζει την αρμονία μεταξύ των μερών.
- Στις πολιτικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ολότητα των συνεπειών.