χάος
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία λείπουν η τάξη, η οργάνωση και ο έλεγχος, με αποτέλεσμα ακανόνιστες, απρόβλεπτες ή ασυντόνιστες εξελίξεις και υψηλή αβεβαιότητα.
Συνώνυμα
αταξία ακαταστασία χαμός ανοργάνωση σύγχυση αναρχία πανδαιμόνιο μπάχαλο αναστάτωση αναταραχή ανακατωσούρα ταραχή ακυβερνησία αναβρασμός αναμπουμπούλα ανοργανωσία ανοργανωσιά αποδιοργάνωση αχταρμάς διαταραχή ζούγκλα μπερδεμάρα μπέρδεμα σούσουρο μακελειό αναρχισμός ανομία ασυδοσία οχλαγωγία τρικυμία καταστροφή δίνη πανικός ανισορροπία απορρύθμιση διατάραξη κουβάρι φουρτούνα
Αντώνυμα
τάξη οργάνωση ευταξία ακολουθία διάταξη διευθέτηση θεσμός κατάστιχο λίστα μηχανισμός μοτίβο πλαίσιο ρύθμιση τακτοποίηση κόσμος σχέδιο σειρά πρόγραμμα κωδικός διοίκηση στρατηγική πρωτόκολλο δομή μέθοδος διάρθρωση ηρεμοσύνη σύστημα συστηματικότητα συντονισμός ηρεμία ησυχία ομαλότητα κανονικότητα αρμονία διακυβέρνηση διαχείριση ηγεσία ηρεμότητα καθοδήγηση κλάση κοινοπολιτεία σχήμα σχεδιασμός νόμος πολιτεία κώδικας φόρμα κράτος πλάνο τάγμα σωτηρία μεθοδικότητα προγραμματισμός πλοκή ακαδημία αρχηγία εγχειρίδιο κοιτίδα πολίτευμα ρυθμός συνταγή φόρμουλα τρόπος σκοπός λογική μορφή στυλ ειρήνη οργανισμός κανονισμός διαδοχή ευρυθμία νομοθεσία πλοήγηση συμμετρία
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τον σεισμό επικράτησε χάος στους δρόμους.
- Η νέα ενημέρωση του συστήματος προκάλεσε χάος στις συναλλαγές.
- Στην πολιτική συζήτηση επικράτησε χάος, χωρίς κανείς να προτείνει λύσεις.
- Στην αρχαία μυθολογία προϋπήρχε το πρωταρχικό χάος πριν τη δημιουργία του κόσμου.
- Το δωμάτιο του παιδιού ήταν γεμάτο παιχνίδια, ένα απόλυτο χάος.