συγκέντρωση

ουσιαστικό

1. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε κοινό χώρο για έναν κοινό σκοπό, όπως οργάνωση, διαμαρτυρία, ενημέρωση ή κοινωνική επαφή.

2. Κατάσταση έντονης προσοχής και πνευματικής εστίασης σε ένα αντικείμενο, έργο ή σκέψη, με περιορισμό της απόσπασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία ήταν ειρηνική.
  • Χρειάζεται πλήρη συγκέντρωση για να λύσεις αυτό το μαθηματικό πρόβλημα.
  • Η συγκέντρωση του χλωριούχου νατρίου στο διάλυμα μετρήθηκε στο εργαστήριο.
  • Η συγκέντρωση της εξουσίας στην κεντρική διοίκηση δημιούργησε προβλήματα.
  • Η συγκέντρωση των πόρων έγινε στο ταμείο της κοινότητας για την αποκατάσταση.
  • Η συγκέντρωση των κατοίκων στην παραθαλάσσια ζώνη αυξήθηκε το καλοκαίρι.