στόχευση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή διαδικασία καθορισμού και προσανατολισμού σε συγκεκριμένο στόχο ή ομάδα με σκοπό την επίτευξη ενός αποτελέσματος.

Συνώνυμα

στοχοθέτηση στοχοποίηση εστίαση επικέντρωση προσανατολισμός σκοπός επιδίωξη στόχος κατεύθυνση συγκέντρωση επιλογή επιλεκτικότητα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στόχευση του κοινού βελτίωσε τις πωλήσεις της εταιρείας.
  • Η στόχευση του συστήματος όπλων έγινε με χρήση δορυφορικών δεδομένων.
  • Η στόχευση μέσω διαφήμισης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απέδωσε υψηλότερο ROI.
  • Η στόχευση συγκεκριμένων μοριακών μονοπατιών υπόσχεται καλύτερες θεραπείες.
  • Η στόχευση ευάλωτων ομάδων πρέπει να γίνεται με προσοχή και διαφάνεια.