συγκρότημα
ουσιαστικό1. Σύνολο κτισμάτων ή εγκαταστάσεων που συνδέονται λειτουργικά ή χωρικά και αποτελούν ενιαία μονάδα.
2. Ομάδα ατόμων που συνεργάζονται για κοινή δραστηριότητα, ιδίως στον χώρο της μουσικής ή της τέχνης.
Συνώνυμα
σύμπλεγμα μπάντα ορχήστρα σύνολο κομπανία σχήμα ομάδα παρέα γκρουπ συστάδα σχηματισμός μονάδα τάγμα σύμπραξη οργανισμός θίασος μπουλούκι αλυσίδα δομή μάζα συνοικισμός ίδρυμα κτίριο συγκέντρωση συνάθροιση λόχος διμοιρία επιτελείο κοινότητα οικισμός παράταξη πολυκατοικία σετ στρατιά φάρα σώμα στρατόπεδο κόμμα σύστημα αρχηγείο συνεργείο χορωδία συνδυασμός ινστιτούτο κέντρο κλιμάκιο οικοδομή συνοικία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το συγκρότημα έπαιξε τα αγαπημένα κομμάτια του κοινού.
- Μένουμε σε ένα μεγάλο συγκρότημα κατοικιών κοντά στο πάρκο.
- Το βιομηχανικό συγκρότημα παράγει ηλεκτρική ενέργεια για όλη την περιοχή.
- Το ορχηστρικό συγκρότημα θα συνοδεύσει την παράσταση.
- Το ηλεκτρονικό συγκρότημα του αυτοκινήτου χρειάζεται αντικατάσταση.