μάζεμα
ουσιαστικό1. Η πράξη ή η κατάσταση του να συγκεντρώνονται πολλά πράγματα, άτομα ή στοιχεία σε ένα σημείο.
2. Το σύνολο όσων έχουν συγκεντρωθεί ή μαζευτεί σε έναν χώρο.
3. Άτυπη συνάντηση ή μικρή συγκέντρωση ανθρώπων για κοινό σκοπό ή παρέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μάζεμα των ελιών θα αρχίσει αύριο το πρωί.
- Κάναμε ένα γρήγορο μάζεμα στο σπίτι πριν έρθουν οι επισκέπτες.
- Το μάζεμα των φύλλων στον κήπο κράτησε ώρες.
- Μετά το πάρτι, χρειάστηκε μεγάλο μάζεμα για να τακτοποιηθεί ο χώρος.
- Το μάζεμα των χρημάτων για την εκδρομή ολοκληρώθηκε νωρίς.