νύστα

ουσιαστικό

Αίσθηση έντονης ανάγκης για ύπνο, που συνοδεύεται από μειωμένη εγρήγορση, επιθυμία για κλείσιμο των ματιών και δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής.

Συνώνυμα

υπνηλία νυστάδα υπνικότητα υπνηρότητα υπνάκος ύπνος κούραση λήθαργος νωθρότητα οκνηρία χασμουρητό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με έπιασε μια νύστα καθώς διάβαζα το βράδυ.
  • Η νύστα κατά την οδήγηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρά ατυχήματα.
  • Δεν έχω καθόλου νύστα, παρά την κούραση.
  • Την ώρα της διάλεξης, η νύστα τον έκανε να χάσει τη συγκέντρωσή του.
  • Άφησε την τηλεόραση ανοιχτή μέχρι που τον πήρε νύστα και αποκοιμήθηκε.