μοναξιά
ουσιαστικόΗ κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο βρίσκεται χωρίς συντροφιά ή κοινωνική επαφή, συχνά συνοδευόμενη από αισθήματα λύπης, κενού ή αποκοπής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παρέα συντροφιά ακολουθία κλαμπ παρεάκι παρεούλα στέκι συμπόσιο συνέδριο συνδιάσκεψη εταιρεία λέσχη εταιρία συνεδρίαση πάτι σύσκεψη συμπόρευση συντροφικότητα συναναστροφή οικειότητα φιλία κοινωνία συνέλευση συναγωγή συνωστισμός σύναξη όχλος συνάντηση επικοινωνία τάγμα αδελφότητα συρροή συνομιλία πανηγύρι αγέλη πιάτσα συνεστίαση κοινότητα συνοδεία συνύπαρξη δίκτυο εορτασμός ευφορία παράταξη πλέγμα συγκέντρωση συνάθροιση σύνοδος πάρτι εκκλησία κύκλος χορός επαφή φεστιβάλ σκηνικό βέρα κουβεντούλα κύκλωμα χαβαλές φόρουμ
Παραδείγματα χρήσης
- Η μοναξιά με έκανε να νιώθω θλίψη.
- Περπάτησα στην εξοχή, απολαμβάνοντας τη μοναξιά.
- Χρειάζομαι λίγη μοναξιά για να συγκεντρωθώ.
- Η χρόνια μοναξιά επηρέασε την ψυχική του υγεία.
- Ένιωθε μοναξιά ακόμα κι όταν βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμο.
- Η μοναξιά της νύχτας έδινε στο σπίτι μια σιωπηλή γαλήνη.