μοναξιά

ουσιαστικό

Η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο βρίσκεται χωρίς συντροφιά ή κοινωνική επαφή, συχνά συνοδευόμενη από αισθήματα λύπης, κενού ή αποκοπής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μοναξιά με έκανε να νιώθω θλίψη.
  • Περπάτησα στην εξοχή, απολαμβάνοντας τη μοναξιά.
  • Χρειάζομαι λίγη μοναξιά για να συγκεντρωθώ.
  • Η χρόνια μοναξιά επηρέασε την ψυχική του υγεία.
  • Ένιωθε μοναξιά ακόμα κι όταν βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμο.
  • Η μοναξιά της νύχτας έδινε στο σπίτι μια σιωπηλή γαλήνη.