διάχυση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο σωματίδια, μόρια ή ουσίες μετακινούνται από περιοχές υψηλότερης συγκέντρωσης προς περιοχές χαμηλότερης συγκέντρωσης, εξισορροπώντας βαθμιαία την κατανομή τους στο χώρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διάχυση των μορίων στο διάλυμα μελετήθηκε στο εργαστήριο.
  • Η διάχυση της θερμότητας κατά μήκος του μετάλλου ήταν αργή.
  • Η διάχυση του φωτός μέσα από τα νέφη δημιούργησε απαλή λάμψη.
  • Η διάχυση του αρώματος σε ολόκληρο το δωμάτιο έγινε μέσα σε λίγα λεπτά.
  • Η διάχυση της πληροφορίας μέσω των κοινωνικών δικτύων άλλαξε την κοινή γνώμη.