μοιρασιά

ουσιαστικό

1. Διαίρεση και κατανομή αγαθών, χρημάτων, εργασιών ή δικαιωμάτων ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή ομάδες.

2. Τρόπος ή αποτέλεσμα της διανομής αυτής, που καθορίζει το ποσοστό ή το κομμάτι που αντιστοιχεί στον καθένα.

Συνώνυμα

μοίρασμα διαμοιρασμός διαμοίραση διανομή κατανομή καταμερισμός επιμερισμός διαίρεση διαμερισμός απονομή απόδοση μέρισμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μοιρασιά της περιουσίας έγινε σύμφωνα με τη διαθήκη.
  • Κάναμε μοιρασιά στα καθήκοντα του σπιτιού, ώστε κανείς να μην κουραστεί μόνος.
  • Στη δουλειά αποφάσισαν μοιρασιά των κερδών ανάλογα με τις πωλήσεις.
  • Όταν ήρθε το φαγητό, η μοιρασιά των πιάτων έγινε γρήγορα.
  • Η μοιρασιά των ρόλων στην παράσταση βοήθησε στην ομαλή πρόβα.