είσπραξη

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή πράξη λήψης χρημάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, συνήθως για την εξόφληση οφειλών, την πληρωμή προϊόντων ή υπηρεσιών ή τη συλλογή εισφορών.

2. Το ποσό των χρημάτων που έχει ληφθεί ως αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η είσπραξη των εισιτηρίων θα γίνεται στο ταμείο μία ώρα πριν την παράσταση.
  • Η είσπραξη του ενοικίου καθυστέρησε λόγω προβλημάτων με την τράπεζα.
  • Για την είσπραξη των ανεξόφλητων οφειλών χρειάστηκε δικαστική εντολή.
  • Η είσπραξη φόρων από την εφορία αυξήθηκε έπειτα από τους ελέγχους.
  • Η είσπραξη των δωρεών θα διατεθεί για τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας.