κατανομή
ουσιαστικό1. Μοίρασμα ή διανομή αντικειμένων, πόρων ή ευθυνών μεταξύ προσώπων, ομάδων ή μονάδων σύμφωνα με καθορισμένα κριτήρια, ανάγκες ή δικαιώματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατανομή των εμβολίων έγινε με βάση τις προτεραιότητες.
- Στη στατιστική, η κατανομή πιθανοτήτων περιγράφει τη συμπεριφορά ενός τυχαίου μεγέθους.
- Η κατανομή του φόρτου εργασίας μεταξύ των εργαζομένων κρίθηκε δίκαιη.
- Χαρτογήσαμε την κατανομή της θερμοκρασίας σε όλη την έκταση της περιοχής.
- Η κατανομή του εισοδήματος επηρεάζει την κοινωνική ανισότητα.