διάσπαση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο ένα σώμα, σύνολο ή σύστημα χωρίζεται σε μικρότερα μέρη ή στοιχεία.
2. Χημική ή φυσική διεργασία κατά την οποία ενώσεις, μόρια ή δομές αποσυντίθενται σε απλούστερα συστατικά ή σωματίδια.
Συνώνυμα
διχασμός κατακερματισμός διαίρεση διαχωρισμός σχίσμα αποσχισμός αποσπάση διασπασμός σπάσιμο ρήξη θραύση τεμαχισμός διάλυση διαμελισμός διχοτόμηση θρυμματισμός διασπορά αποσύνθεση σκορπισμός αποκοπή χωρισμός λύση αποσυγκέντρωση διασκορπισμός διχόνοια αποσύνδεση κάταγμα αποδόμηση
Αντώνυμα
ομοσπονδία συνασπισμός σχηματισμός σύναξη σύνθεση σύνοδος συλλογή αλυσίδα συνδυασμός επανένωση εστίαση μάζωξη συσπείρωση σύμπραξη σμίξιμο σύμπλεγμα ένωση ενότητα σύνδεση συγκόλληση συγχώνευση ενοποίηση συνοχή συνένωση συγκέντρωση ομοιογένεια συσσώρευση συμπύκνωση ακολουθία ολότητα ομόνοια συνάθροιση συνέδριο συνέλευση συνέργεια συναγωγή συνδιάσκεψη σύζευξη σειρά συνάντηση δομή μάζα διασταύρωση σύνδεσμος σύσκεψη σύσταση άρθρωση διαμόρφωση ομοψυχία συμπαράταξη συμπόρευση συνύπαρξη συρραφή σύγκλιση ζεύξη συνδικάτο αρμονία ομοφωνία ταύτιση παρασκευή σωρός συνεργασία διασύνδεση εντόπιση εξαγορά ραφή στοίβα συστοιχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάσπαση της προσοχής του μαθητή επηρέασε την επίδοσή του.
- Στην οργανική χημεία, η διάσπαση των δεσμών παράγει μικρότερα μόρια.
- Η διάσπαση του κόμματος προκάλεσε έντονες εσωτερικές διαμάχες.
- Η διάσπαση του στρατιωτικού σχηματισμού επέτρεψε την περικύκλωση του εχθρού.
- Η διάσπαση των αρχείων σε μικρά κομμάτια διευκόλυνε τη μεταφορά τους.