αποσιωπώ
ρήμα1. Κρατώ κρυφό ή δεν αναφέρω σκόπιμα πληροφορία, γεγονός ή άποψη, με σκοπό να μην γίνουν γνωστά.
2. Εμποδίζω ή παρεμποδίζω την έκφραση ή τη δημοσιοποίηση κάποιου, καθιστώντας τον σιωπηλό ή αποκρύπτοντας στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποκαλύπτω δημοσιοποιώ αναφέρω εκθέτω ξεσκεπάζω ανακοινώνω αναγγέλλω αναπαριστώ αναφέρομαι αποτυπώνω δημοσιεύω διακηρύσσω εκφωνώ εξομολογούμαι επιδεικνύω καταδεικνύω λέγω μεταδίδω μνημονεύω παραθέτω περιγράφω προβάλλω υποδεικνύω λέω σημαίνω εννοώ ονομάζω ενημερώνω ανακαλύπτω προειδοποιώ παρουσιάζω ειδοποιώ συζητάω παριστάνω αναγράφω απαγγέλλω γνωστοποιώ διαδίδω διαλαλώ διαφημίζω διαφωτίζω εκφράζομαι επικαλούμαι κατατοπίζω κατονομάζω κηρύσσω κοινοποιώ ξεθάβω ξεμπροστιάζω προαναγγέλλω υπογραμμίζω υποδηλώνω ομολογώ καταγγέλλω δηλώνω αναπαράγω διηγούμαι εκφράζω επιθεωρώ καταγράφω προσφωνώ σημειώνω σκανάρω υπενθυμίζω δείχνω σηκώνω εξηγώ εμφανίζω ανακινώ διερευνώ ξεστομίζω προφέρω χαρακτηρίζω φράζω μοιράζομαι επισημαίνω υποβάλλω εντοπίζω διαρρέω
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέντευξη συχνά αποσιωπώ λεπτομέρειες της προσωπικής μου ζωής.
- Όταν με ενοχλεί κάποιος, πολλές φορές αποσιωπώ για να μην δημιουργήσω πρόβλημα.
- Σε επίσημες εκθέσεις, συχνά αποσιωπώ ευαίσθητες πληροφορίες.
- Για να προστατέψω τους συνεργάτες, αποσιωπώ περιστατικά που θα μπορούσαν να τους εκθέσουν.
- Στην αφήγησή μου σκόπιμα αποσιωπώ κάποια γεγονότα για να κρατήσω την έκπληξη.