αποσιωπώ

ρήμα

1. Κρατώ κρυφό ή δεν αναφέρω σκόπιμα πληροφορία, γεγονός ή άποψη, με σκοπό να μην γίνουν γνωστά.

2. Εμποδίζω ή παρεμποδίζω την έκφραση ή τη δημοσιοποίηση κάποιου, καθιστώντας τον σιωπηλό ή αποκρύπτοντας στοιχεία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη συνέντευξη συχνά αποσιωπώ λεπτομέρειες της προσωπικής μου ζωής.
  • Όταν με ενοχλεί κάποιος, πολλές φορές αποσιωπώ για να μην δημιουργήσω πρόβλημα.
  • Σε επίσημες εκθέσεις, συχνά αποσιωπώ ευαίσθητες πληροφορίες.
  • Για να προστατέψω τους συνεργάτες, αποσιωπώ περιστατικά που θα μπορούσαν να τους εκθέσουν.
  • Στην αφήγησή μου σκόπιμα αποσιωπώ κάποια γεγονότα για να κρατήσω την έκπληξη.